διαλύω

διαλύω, [tense] fut. -λύσω, etc.,
A loose one from another, part asunder, διαπλέκων καὶ διαλύων twining and untwining, Hdt.4.67;

νὺξ δ. τοὺς ἀγωνιζομένους Id.8.11

; δ. τὸν σύλλογον, τὴν συνουσίαν, τὴν πανήγυριν, etc., break it up, dismiss it, Id.7.10.δ, Pl.Ly.223b, X.Cyr.6.1.10, etc.; τὴν σκηνὴν εἰς κοίτην δ. break up the party and go to bed, ib.2.3.1; δ. τὴν στρατιάν ib.6.1.6; τὸ ναυτικόν disband it, Th.2.93:— [voice] Med.,

συνουσίας Pl.Grg.457d

:—[voice] Pass., of an army, assembly, etc., disperse, Hdt.1.128, etc.;

ἐκ τοῦ συλλόγου Id.3.73

, cf. 8.56: in [tense] fut. [voice] Med., part from one's escort, Th.2.12; of a man, die, X.Cyr.8.7.20.
2 dissolve into its elements, break up, destroy,

δ. καὶ ἀπολλύναι Pl.R.609a

s1.;

ἐξ ἑνὸς εἰς πολλὰ δ. Id.Ti.68d

; disperse, break up a herd of sheep, BGU1012.12 (ii B.C.); break up a ship,

παλαιὰν τριήρη δ. IG2.804

, cf. PSI4.382 (iii B.C.); τρίπους, ὅρμος διαλελυμένος, SIG2588.169,198 (Delos, ii B.C.);

τὰς οἰκήσεις Plb.4.65.4

; dissolve,

κοινόν Test.Epict.8.6

;

σῴζεσθαι καὶ διαλυθεῖσαν οἴχεσθαι πολιτείαν Pl.Lg.945c

; of the sun, thaw frozen things, X.Cyn.5.2:—[voice] Pass.,

ἐξ ὧν σύγκειται καὶ εἰς ἃ διαλύεται Arist.GC325b19

, cf. Ph.204b33, etc.
3 break off, put an end to friendship,

ὁμολογίας Isoc.4.175

;

φιλίαν Arist.EN1157b10

:—[voice] Pass., of married persons, separate, be divorced, SIG364.59 ([place name] Ephesus):—[voice] Med.,

διαλύσασθαι ξεινίην Hdt.4.154

: abs., dissolve friendship, Arist.EN1162b25:—[voice] Pass.,

αἱ σπονδαὶ διελέλυντο Th.5.1

.
4 put an end to enmity, ἔχθραν, πόλεμον, Id.8.46:—[voice] Med.,

δ. ἔχθρας Is.7.11

;

διαφοράς Isoc.12.160

;

πολέμους Id.4.172

, cf. D.4.15: in [tense] plpf. [voice] Pass. (with [voice] Med. signf.),

διελέλυσθε τὸν πόλεμον Isoc.14.27

(v.l. διελύεσθε):—[voice] Pass.,

τὰς ἔχθρας διαλύεσθαι Th.4.19

: hence,
b c. acc. pers., reconcile,

πρὸς ἔμ' αὑτὸν διαλύειν ἠξίου D.21.122

, cf. 41.14;

δ. τινὰς ἐκ διαφορᾶς Plb.1.87.4

;

οὐ γὰρ ἦν ὁ διαλύσων οὔτε λόγος οὔτε ὅρκος Th.3.83

; esp. in legal proceedings, PHamb.25.5 (iii B.C.), etc.:—[voice] Pass. and [voice] Med., c. gen. rei, διαλύεσθαι νείκους to be parted from quarrel, i.e. be reconciled,
E.Or.1679 (v.l. νείκας); so διαλυθείσης τῆς διαφορᾶς prob. in D.S.14.110: also abs., to be reconciled, make up a quarrel, X.HG7.4.25, cf. Test. ap. Aeschin. 1.66, Thphr.Char.12.14;

πρός τινας D.38.24

;

περί τινος Lys.4.1

: in [tense] fut. [voice] Med.,

ὅπως . . μὴ διαλύσει D.21.216

.
5 generally, put an end to, do away with,

χρήμασι τὴν διαβολήν Th.1.131

; πάσας αὐτοῦ διαλύσω τὰς ἀπολογίας d.27.58;

τὸν ἐχόμενον φόβον δ. τῶν Ἑλλήνων Pl. Mx.241b

:—so in [voice] Med.,

ἐγκλήματα δ. Th.1.140

; δ. περὶ τῶν ἐγκλημάτων ib.145;

διαβολάς Isoc.11.37

, 15.16;

τι τῶν κατηγορημένων Id.12.218

; δ. ἃ ἐψηφίσασθε cancel your vote,
Lys.18.15; διαλύσασθαι τὰ πρὸς ἀλλήλους settle mutual claims, Isoc.4.40.
6 solve a difficulty, Pl.Sph.252d;

τὴν ἀπορίαν Arist.Metaph.1062b31

:—[voice] Med.,

διαλύσεσθαι σόφισμα S.E.P.2.238

.
7 δ.τὰς τιμάς pay the full value, D.29.7; pay, discharge,

τὴν δαπάνην Hdt.5.30

;

χρήματα D.20.12

;

τὰ συμβόλαια Arist.Pol.1276a11

;

χρέος τινί Plb.31.27.4

;

πάντα διελέλυτο D.28.2

: also c. acc. pers., δ. τὸν ναύκληρον satisfy him, i.e. pay him off, D. 49.29, cf. 34.40, 36.50:—[voice] Med., order debts to be paid,

διαλέλυμαι ταῦτα Arr.An.7.10.3

; but also, to have them paid to oneself, D.Chr. 46.6.
II relax, weaken,

τὸ σῶμα Hp.Aph.3.17

; esp. of the result of hunger,

διαλύεσθαι τῷ λιμῷ UPZ11.27

(ii B.C.), cf. 42.9 (also in [voice] Act. intr., ὑπὸ τῆς λιμοῦ δ. ib.122.23 (ii B.C.)); make supple and pliant, Ar.Pax85:—[voice] Pass.,

δ. καὶ ἀδυνατεῖν Arist.HA585a33

; ἀνάπλους διαλελυμένος a sailing out in loose order, Plb.16.2.6; διαλελυμένη λέξις a lax style, D.H.Lys.9.
2 abs., slacken one's hold, undo, Theoc.24.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλύω — loose one from another pres subj act 1st sg (epic) διαλύω loose one from another pres ind act 1st sg (epic) διαλύ̱ω , διαλύω loose one from another pres subj act 1st sg διαλύ̱ω , διαλύω loose one from another pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύω — διαλύω, διέλυσα (σπάν. διάλυσα) βλ. πίν. 5 Σημειώσεις: διαλύω : στο λόγο μη μορφωμένων ατόμων απαντάται και ο τύπος του ενεστώτα διαλάω (κατά το αγαπάω) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαλύω — και διαλύνω διέλυσα, διαλύθηκα, διαλυμένος 1. αποσυνθέτω, αποσυνδέω, χωρίζω ένα σύνολο στα μέλη του: Ο μηχανικός διέλυσε τη μηχανή του αυτοκινήτου μου. 2. προκαλώ τη διάλυση στερεού σώματος σε υγρό, λιώνω: Για να κάνεις άλμη, χρειάζεται να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλύω — (Α διαλύω) 1. αποσυνθέτω, λύω ή χωρίζω κάτι στα μέρη που τό συνθέτουν 2. απομακρύνω, διαχωρίζω ανθρώπους, τους διασκορπίζω 3. διασκορπίζω πρόσωπα που αποτελούν ενιαίο σύνολο, λ.χ. διαδήλωση 4. θέτω τέρμα στη λειτουργία εταιρείας, επιχείρησης κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • διαλύω — [диалио] р. разлагать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλύω — [диалио] р. растворять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλύῃ — διαλύω loose one from another aor subj pass 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres subj mp 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd sg (epic) διαλύω loose one from another pres subj act 3rd sg (epic) διαλύ̱ῃ , διαλύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύεσθε — διαλύω loose one from another pres imperat mp 2nd pl (epic) διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd pl (epic) διαλύ̱εσθε , διαλύω loose one from another pres imperat mp 2nd pl διαλύ̱εσθε , διαλύω loose one from another pres ind mp 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλύετε — διαλύω loose one from another pres imperat act 2nd pl (epic) διαλύω loose one from another pres ind act 2nd pl (epic) διαλύ̱ετε , διαλύω loose one from another pres imperat act 2nd pl διαλύ̱ετε , διαλύω loose one from another pres ind act 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυομένων — διαλύω loose one from another pres part mp fem gen pl (epic) διαλύω loose one from another pres part mp masc/neut gen pl (epic) διαλῡομένων , διαλύω loose one from another pres part mp fem gen pl διαλῡομένων , διαλύω loose one from another pres …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλυόμεθα — διαλύω loose one from another pres ind mp 1st pl (epic) διαλῡόμεθα , διαλύω loose one from another pres ind mp 1st pl διαλύω loose one from another imperf ind mp 1st pl (epic) διαλῡόμεθα , διαλύω loose one from another imperf ind mp 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.